Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Σαν παραμύθι...

Όλα ξεκίνησαν πριν από 27 χρόνια και όμως φαίνεται σαν να ήταν χτες...
Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα που μια μεγάλη επιθυμία θα έπαιρνε σάρκα και οστά. Από μέρες, ίσως και μήνες πριν, πήγαινα συχνά πυκνά και χάζευα στη βιτρίνα του ποδηλατάδικου. Και δεν ήταν ένα μικρό μαγαζί. Στην περιοχή πίσω από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, σε μια περιοχή αρκετά τρομαχτική για ένα 17χρονο τότε, και αρκετά μακριά από το σπίτι μου, βρισκόταν το μαγαζί - αποθήκη ποδηλάτων Μόλχου. Χόρταινε το μάτι σου ποδήλατα κάθε είδους, κάθε χρώματος, κάθε μεγέθους. Εγώ όμως είχα σχεδόν αμέσως καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο ποδήλατο και απλά περίμενα τη στιγμή της μεγάλης απόφασης. Και ως ότου να έρθει εκείνη η ώρα, πήγαινα και το έβλεπα σε κάθε ευκαιρία.
Και όντως η ώρα ήρθε. Μάζεψα ελάχιστα χρήματα, που έφταναν δεν έφταναν για την προκαταβολή. Έκανα τους υπολογισμούς μου και το αποφάσισα. Το πήρα προς μεγάλη έκπληξη του πατέρα μου, που σύντομα υποχρεώθηκε να το ... εξοφλήσει, καθώς τι υπολογισμούς θα μπορούσα να είχα κάνει, όταν το εισόδημά μου ήταν τα περιστασιακά χαρτζιλίκια από γονείς και συγγενείς;

(Μπροσούρα ποδηλάτου από την Peugeot βλ. http://www.re-cycle.com/images/Peugeot/1983_French/1983_07.jpg και http://cyclespeugeot.com/Catalogs.html στη χρονιά 1983)


Ήταν ωραίο ποδήλατο και καμάρωνα γι' αυτό. Αγωνιστικό, ασημί με πορτοκαλί γράμματα που σημείωναν τη μάρκα στον κορμό του: Peugeot! Και τα απαραίτητα λιονταράκια σε διάφορα σημεία. Αυτό όμως που με έκανε ιδιαίτερα περήφανο ήταν το ενσωματωμένο ψηφιακό του κοντέρ εν έτει 1985! Τώρα που το σκέφτομαι ίσως ήταν και ο βασικός λόγος που με είχε τραβήξει το συγκεκριμένο ποδήλατο. Ταχύμετρο, οδόμετρο, υπολογιστής αποστάσεων σε μια ψηφιακή οθόνη με δύο μικρά μαύρα κουμπάκια από καουτσούκ, και αισθητήρας στον άξονα της μπροστινής ρόδας ήταν για μένα τότε ολόκληρο το ψηφιακό μέλλον συμπυκνωμένο στο τιμόνι του ποδηλάτου μου. Από την ώρα εκείνη το ποδήλατο και εγώ ήμασταν ένα. Δεν έκανα μέτρο χωρίς αυτό. Το ανεβοκατέβαζα 4 ορόφους στο διαμέρισμα πολλές φορές τη μέρα, ακόμα και αν επρόκειτο να πάω έστω και 100 μέτρα. Και που δεν πήγα με αυτό το ποδήλατο. Σε όλη τη Θεσσαλονίκη και ακόμα παραέξω. Στα χρόνια του πανεπιστημίου, χειμώνα καλοκαίρι, ήταν το μοναδικό μέσο μετακίνησης. Όπου εγώ και αυτό. Όπου αυτό και εγώ. Και ήρθε η ώρα για την οριστική αναχώρησή μου από τη Θεσσαλονίκη κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '90. Και τότε το άφησα. Στα αλήθεια έχω ένα κενό μνήμης σχετικά με τους λόγους που δεν το πήρα μαζί μου.
Το ποδήλατο πέρασε στα χέρια του αδερφού μου που το τίμησε το ίδιο με εμένα και ίσως και περισσότερο. Δεν μπορώ να διανοηθώ πόσα χιλιόμετρα πρέπει να έχει κάνει αυτό το ποδήλατο. Και άντεχε. Και τα χρόνια πέρασαν μέχρι που φτάσαμε στο σήμερα.
Μια αίσθηση νοσταλγίας και λίγη παρότρυνση από φίλους για βόλτες με ποδήλατο ήταν αρκετά για να ξυπνήσει και πάλι η ανάμνησή του. Είχα ένα πιο καινούριο τύπου mountain αλλά ποτέ δεν το συμπάθησα. Πάντα σε σύγκριση με το παλιό το έβρισκα να μειονεκτεί. Ίσως όχι αντικειμενικά αλλά στο δικό μου μυαλό και με βάση τις αναμνήσεις. Ίσως γιατί για μένα αντιπροσώπευε μια περίοδο ξεγνοιασιάς και αθωότητας. Έτσι το αναζήτησα. Ο αδερφός μου το είχε διασώσει και τον ευχαριστώ γι' αυτό. Περισσότερο όμως τον ευχαριστώ που δέχτηκε να μου το δώσει και πάλι, αν και δεν ήταν υποχρεωμένος. Και ξανασμίξαμε με ένα αντικείμενο των παιδικών μου χρόνων που σήμαινε για μένα τόσα πολλά.
Όταν μετά από το ταξίδι το ξεφόρτωσα από το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι μου ήταν ήδη αργά το βράδυ. Κόντευε δώδεκα. Αυτό δε με εμπόδισε να κάνω την πρώτη μου βόλτα μετά από τόσα χρόνια! Και μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία δεν ήταν απλά μια βόλτα στο χώρο, αλλά και ένα ασυναίσθητο ταξίδι πίσω στο χρόνο...
Ήδη από την άλλη μέρα, βάλθηκα όπως άλλοτε, με κατσαβίδια και κλειδιά να το διορθώνω, να ρυθμίζω τα φρένα, τις ταχύτητες τη σέλα, το τιμόνι. Δυστυχώς το κοντέρ του ήταν νεκρό. Οι σκουριές πολλές και ενοχλητικές αισθητικά. Η σέλα κατεστραμμένη από τη χρήση, τα φρένα σε οριακό σημείο, τα διακοσμητικά μοτίβα πάνω του ίσα που υπήρχαν. Και τότε μου μπήκε η ιδέα για μια συνολική αποκατάσταση. Το διαδίκτυο πήρε φωτιά για ανταλλακτικά και ιδέες. Συζητήσεις με διάφορους.






Και τελικά η λύση βρέθηκε σε μαγαζί για επισκευές ποδηλάτου στην πόλη μου. Αναλάμβανε να το ξύσει, να το βάψει στο αρχικό χρώμα και να ενσωματώσει μέσα στο βάψιμο όλα τα διακοσμητικά που είχε αρχικά το ποδήλατο, είτε σώζοντας όσα μπορούσε είτε αναζητώντας νέα στο εμπόριο, είτε τελικά κατασκευάζοντας νέα ολόϊδια. Και φυσικά ανέλαβε να επιδιορθώσει ζημιές και να αλλάξει φθαρμένα εξαρτήματα αναζητώντας πάντα είτε τα πρωτότυπα, είτε άλλα που θα ήταν όσο το δυνατό πιο κοντά στα αρχικά.

Το θαύμα έγινε. Και μπορείτε να το δείτε στις φωτογραφίες. Και τώρα μπορώ να καμαρώνω διπλά. Και για ένα αξιόλογο και αξιόπιστο ποδήλατο, αλλά και για ένα ποδήλατο με συναισθηματική αξία που μπόρεσα να το ξαναζωντανέψω. Αν έχει συλλεκτική αξία δεν το ξέρω και ίσως και να μη με νοιάζει, γιατί για μένα είναι ανεκτίμητο.








3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλές και παραμυθένιες βόλτες!

antonious είπε...

Χαίρομαι που το ποδήλατο αυτό ξαναζωντάνεψε στα χέρια του αρχικού του ιδιοκτητή!

Λυπάμαι που το διατήρησα απλά 'λειτουργικό' και όχι ζωντανό και κυρίως που η 'καρδιά' του - το ψηφιακό κοντέρ, δεν κτυπάει πια. Ίσως το αμέλησα γιατί συναισθηματικά δεν είχα το δέσιμο που είχες εσύ.

Όπως και να 'χει το είχα πάντα έτοιμο για ταξίδι. Έτοιμο για πολλά χιλιόμετρα διαφορετικά μεταξύ τους. Για διασκέδαση, για αθλητισμό, για απλή μετακίνηση ή για την επίτευξη ενός στόχου. Πόσο μακριά μπορώ να φτάσω; Πόσο ψηλά μπορώ να ανέβω;

Καλή συνέχεια λοιπόν στο ταξίδι αυτό! Κι ίσως πια να μην έχει νόημα πόσο μακριά ή πόσο ψηλά θα φτάσεις, αλλά το ποιοι θα σε συντροφεύουν στις εξορμήσεις σου.

Ανώνυμος είπε...

Και μόνο που το συντήρησες και το διατήρησες τόσα χρόνια φτάνει... Σε περιμένω για βόλτα!